Category Archives: …και λίγη Θεωρία!

Επί τον τύπον των ήλων

16Jan2017-Father-Son-Child-Playing-Areos-str.-Monastiraki-NikosRoccos-DSΜόλις τώρα διάβασα ένα ΣΠΟΥΔΑΙΟ άρθρο του Thomas Stanworth (εδώ) για τις αυτοκτονικά αυτοκαταστροφικές συνέπειες της κατάχρησης των φορμουλαϊκών συνταγών και της συνακόλουθης ευκολίας τους στη Φωτογραφία Δρόμου. Εξέλιξη που συναρτάται με-δυστυχώς!-με τη Ψηφιακή Τεχνολογία και τις ευκολίες της. Στα δικά μου άρθρα εδώ αυτό το έχω ερμηνεύσει σαν ΑΠΟΥΣΙΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ και παράδοση στη σαγήνη των ανέξοδα επιτεύξιμων ευκολιών που το απλό πάτημα του κουμπιού μπορεί να μας προσφέρει και μάλιστα αφειδώς.

Διαβάστε το το άρθρο επισταμένως-ο άνθρωπος είναι φωτογράφος και τα επιχειρήματα του-βιωματικά θεμελιωμένα-τα στηρίζει και σε ωραία, παραστατικότατα εικονογραφημένα παραδείγματα. Και πόσα θέματα δεν αγγίζει και με πόσο καίριο και ρηξικέλευθο τρόπο δεν τα εντοπίζει και τα αποδομεί σαν νοσηρές εκδοχές μιας κακώς εννοούμενης αντίληψης Φωτογραφίας Δρόμου. Δυστυχώς δεν έχω χρόνο για να γίνω διεξοδικότερος εδώ αλλά ουσιαστικά το πρόβλημα επικεντρώνεται στη σκανδαλιστική ευκολία των ψηφιακών μηχανών να τραβούν άπειρες εικόνες χωρίς να δίνονται τα περιθώρια στο χρήστη τους μιας στοχαστικότερης και πιο μετρημένης δράσης. Μπρος σε ένα τέτοιο απίστευτο όγκο υλικού ο αδέξιος και κατακυριευμένος από μια αλλότρια και ανώτερη από τις δυνατότητες του να την ελέγξει δύναμη, παραδίνεται αμαχητί στο κράτος των εντυπώσεων αλλά και στην αντικειμενική αδυναμία μετά-θέλει κι αυτή το πολύ χρόνο της-να κάνει τη σωστή επιλογή και φυσικά το απαραίτητο editing-πάντα κάτι θα χρειαστεί να διορθώσει, εφόσον βέβαια είναι σε θέση να το αντιληφθεί αυτό.

Ο συγγραφέας του άρθρου ουσιαστικά εντοπίζει το θανάσιμο για τη Φωτογραφία Δρόμου να γίνει υποχείριο αποστειρωτικών φορμουλαϊκών συνταγών που αφαιρούν την ικμάδα, τη ζωτικότητα, τη φρεσκάδα, την ΑΛΗΘΙΝΗ και ΟΥΣΙΩΔΗ ευρηματικότητα. Ουσιαστικά αυτό το κακό είχε ήδη ξεκινήσει με την αναλογική και το εγκληματικό εργαλείο που λέγεται motor drive και με εγκληματικότερο εφαρμοστή του τον δολοφόνο της ανθρωπιστικής Φωτογραφίας Δρόμου, το Garry Winogrand, που τραβούσε στα τυφλά και με πλήρη απερισκεψία ό,τι υπέπεπτε στην αντίληψη του παλαβωμένου του φωτογραφικού πολυβόλου-ο ίδιος αδυνατούσε να ελέγξει το υλικό του που συσσωρεύονταν πια κατά χιλιάδες καρούλια ανεμφάνιστων φιλμ στα ελεεινά δωμάτια της παράνοιας του. Ο σπόρος της σημερινής εικονοτρέλας είχε ήδη φυτευτεί τότε. Η μηχανή εξουσίαζε έναν ημιπαράφρονα που δεν ήξερε καν το ίδιο το-καταχρηστική η επόμενη λέξη-υλικό του.

Πρέπει πολλά να αναθεωρηθούν στη Φωτογραφία Δρόμου και οι αυτοαποκαλούμενοι εφαρμοστές της πρέπει να επιδείξουν πολλά περισσότερα από μερικά τυχόν “επιτυχημένα” καρέ. Το τσουνάμι του ανεύθυνου ερασιτεχνισμού μοιάζει να είναι έτοιμο να τα σαρώσει όλα. Μόνο συγκροτημένα εικονοπλαστικά μυαλά με θεμελιωμένη αντίληψη και συμπαγή κουλτούρα στα της τέχνης της εικόνας, με πειθαρχημένο νου και σταθερά αφοσιωμένο πνεύμα στην υπηρεσία του πιο βαθιού, του πιο ειλικρινούς και του πιο σεβαστικού ανθρωπισμού-όχι πια άλλοι Winogrand, d’Agata  ή Bruce Gilden. Γκώσαμε από τη κακογουστιά τους, τη σκατοψυχοσύνη τους και τη κακομοιριά τους.

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!, BRUCE GILDEN, Garry Winograd, Γκάρυ Γουίνογκραντ, Φωτογραφίες δρόμου, street photography

Ναϊβισμός και Φωτογραφία

filopappou-carnival-nikosroccos

Κάντε με κι εμένα Δάσκαλο Φωτογραφίας! Έχω πολύχρονη πείρα. Με έχουν φωτογραφίσει οι πάντες.

Κατά μία έννοια αυτές οι δύο λέξεις και οι σημασίες τους φυσικά μοιάζουν-και είναι τελικά!-ασύμβατες και δύσκολα έως αδύνατο μπορούν να συνυπάρξουν. Και μόνη η χρήση της τεχνολογίας από το ναΐφ “φωτογράφο” τον ακυρώνει σαν ναΐφ, αφού σε πολύ μεγάλο βαθμό τού διεκπεραιώνει το πολύ σημαντικό για μια φωτογραφία τεχνικό μέρος, αυτόματα η μηχανή του ακόμη και αν αυτός είναι όντως αφελής ως προς τη χρήση της-πόσο πια κιόλας;

Παρόλα αυτά υπάρχει η αίσθηση ότι αρκετή από τη κυκλοφορούσα σε υψηλότερα κλιμάκια φωτογραφική παραγωγή έχει ένα χαρακτήρα ασυγχώρητα και αδικαιολόγητα αφελή, ένα χαρακτήρα που μοιάζει να μην υποψιάζεται καν την ύπαρξη κάποιων λογιότερων αντιλήψεων στη λήψη εικόνων. Στην εποχή της απόλυτης ελευθερίας στην ενημέρωση και της ευκολίας στην εκπαίδευση. Βασικά ο ναϊβισμός για τον οποίο μιλάμε είναι ναϊβισμός του βλέμματος, που ουσιαστικά εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες που το ίδιο απλόχερα προσφέρει η μηχανή τόσο στους “αφελείς” όσο και στους λόγιους φωτογράφους. Γι’αυτό και οι πρώτοι μοιάζει να έχουν εγκατασταθεί στο mainstream της Φωτογραφίας,  ακόμη και με τη φαιδρά πλανερή ιδιότητα της λογιότητας, παρόλο ότι εξόφθαλμα δεν υπάρχει υποψία στοχασμού, περίσκεψης, δεν υπάρχει φόρμα, δεν υπάρχει βάθος και δυνατότητα πιο σύνθετης και πιο πολυεπίπεδης ανάγνωσης σε τέτοιες κατά βάση απελπιστικά ρηχές εικόνες. Μονοδιάστατες και εκτάκτως άστατες εικόνες.

Αυτές είναι οι συνέπειες-οι μόνες αρνητικές ευτυχώς-της μεγάλης, της ακαταμάχητα ζωηρής και παραγωγικής, Δημοκρατίας της Φωτογραφικής Εικόνας, που ειδικά με τη ψηφιακή επανάσταση έχει πια κατακλύσει το κόσμο μας. Σκουπίδια στη Τέχνη πάντα υπήρχαν και παράγονταν και μάλιστα σωρηδόν-όσο σωρηδόν αντιστοιχούσε σε κάθε εποχή τέλος πάντων. Αυτό που οφείλουμε εμείς να προσέχουμε είναι αυτή η απειλή επιβολής της εύκολης, ανερμάτιστης και αντιαισθητικής σκουπιδοπαραγωγής να μη μας επιβληθεί σαν αισθητική νόρμα που να πάρει τη μορφή Κανόνα και έτσι να μας βγει από τα δεξιά μια σκουπιδοτέχνη ακαδημαϊκά επιβεβλημένη. Ξέρετε ο ναϊβισμός-ειδικά στη Φωτογραφία-δεν έχει τις εύκολα συγχωρίσιμες ελκυστικές αρετές της δροσερά, ονειρικής καμιά φορά, αδεξιότητας που τόσο εκτιμάμε στο Τελωνοφύλακα Ρουσσώ ή στον μεγάλο Κροάτη λαϊκό ζωγράφο Ivan Generalic(Άσε που σε μεγάλο βαθμό μια τέτοια τέχνη αυτών των μεγάλων επώνυμων ναΐβ από ένα σημείο και μετά εγκολπώθηκε όχι μόνο ειδικής μορφής προχωρημένες και επιδέξιες τεχνικές αλλά και εκδοχές ακόμη και πρωτοποριακής λογιότητας, αναντίστοιχες με τον όρο και την ιδιότητα του ναΐφ). Αντίθετα η αφελής αστόχαστη Φωτογραφία ενσωματώνει επιθετική ασχήμια και παράγει αποπνικτική δυσανεξία μια τέτοια αντίληψη “Τέχνης”. Τής αξίζει η ανελέητη απόρριψη και ορισμένως καμιά, μα καμιά συγκατάβαση, γιατί όπως έχει δείξει η πρόσφατη ιστορία είναι ικανοί οι εκπονητές αυτού του απαράδεκτα αφελούς είδους ακόμη και να κατσικωθούν στο χώρο, εκμεταλλευόμενοι την ανεπάρκεια και την ημιμάθεια επιμελητών, κριτικών και ιστορικών της Φωτογραφίας-οι περισσότεροι από τους τελευταίους ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΙ σ’αυτό που επικαλούνται σαν ιδιότητα τους-ξέρετε Δάσκαλος, Κριτικός, Ιστορικός Φωτογραφίας-το τσαρουχικό ότι στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις στη πλήρη του ανάπτυξη!(Με την ευκαιρία θυμάμαι ότι έχει υπάρξει “Δάσκαλος Φωτογραφίας” που υπέβαλε υποψηφιότητα για καθηγεσία στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με μόνο του προσόν ότι έκανε τετράμηνο σεμινάριο στο πλευρό ενός τέτοιου ασυγχώρητα “αφελούς” και απελπιστικά αγράμματου σκουπιδοπαραγωγού, του γνωστού και μη εξαιρετέου Γουΐνογκραντ. Με μηδενικό φωτογραφικό έργο, με ανύπαρκτες φωτογραφικές σπουδές και έχοντας απέναντί του ή δόκιμους φωτογράφους με μακρά και αναγνωρισμένη από έγκυρους τρίτους και όχι από τον εαυτό τους πορεία ή με σοβαρές μεταπτυχιακές σπουδές πάνω ακριβώς στο αντικείμενο της Φωτογραφίας και όμως κουρτάλισε τη θύρα του εγκυρότερου πνευματικού ιδρύματος στη χώρα μας στο τομέα των Τεχνών. Πού το βρήκε το θράσος;. Ρωτήστε αυτούς που τόσα χρόνια ανέχονται-το ξέρω ότι δεν τον εκτιμούν-αυτό το καλά δικτυωμένο αλλά αλίμονο τόσο νοσηρά τοξικό ΠΑΡΑΣΙΤΟ που έχει κυριολεκτικά μπλοκάρει  τα πάντα, περικυκλώνοντας το φωτογραφικό χώρο με την αποπνικτική αποφορά της απελπιστικής μετριότητας της παραγωγής του ίδιου και της-μη χέσω!-“σχολής” του. Ευτυχώς τελικά διαφυλάχτηκε το κύρος του Ιδρύματος και αποσοβήθηκε η πιθανότητα να μετατραπεί η ΑΣΚΤ σε γραφείο κοσμικών ταξιδίων και συναθροίσεων).

Όσο ο ερασιτεχνισμός και ο ασυγχώρητος για τον 21 ο αιώνα ναϊβισμός πλασάρεται από τέτοια εργοτάξια συστηματικής κακογουστιάς και αισθητικής ανευθυνότητας και κακοσυγκερασμένης ημιμάθειας και όσο δεν υπάρχει ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ στη φωτογραφική Παιδεία, που σήμερα μοιάζει σαν ξένοιαστη και χαρωπή εκδρομή στο Ναύπλιο ή τη Σύρο, θεού πρόσωπο δεν θα καταφέρει να δει η Φωτογραφία στην Ελλάδα.

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!, Garry Winograd, Γκάρυ Γουίνογκραντ, Φωτογραφίες δρόμου, street photography

Ανώνυμα Αριστουργήματα με ολίγη από Vivian Maier.

2dbc5a225cec27953cc2a7da256f148d

Pinturicchio?  Verrocchio? Lorenzo di Credi? Perugino? Raffaello? or Andrea d’ Assisi?

Μαίνεται για δεκαετίες ολόκληρες η διαμάχη ανάμεσα στους ιστορικούς της τέχνης για τη πατρότητα αυτού του προσωπογραφικού αριστουργήματος που στεγάζεται στη περιώνυμη Πινακοθήκη της Δρέσδης, στη Γερμανία. Κάπου στη διαδρομή έμοιαζε να συγκλίνουν οι περισσότεροι στη περίπτωση του σημαντικού μεν πλην μάλλον άνισου  Pinturicchio. Παρόλα αυτά ομοφωνία δεν είχε υπάρξει. Και όπως προείπαμε δυστυχώς δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία που με τον τρόπο τους να βοηθήσουν στο να βρεθεί με κάποια σχετική προσέγγιση τουλάχιστον η καταγωγή του έργου, ο τόπος προέλευσής του ή έστω η ταυτότητα του προσωπογραφούμενου αγοριού-σίγουρα απόγονος σημαντικής φαμίλιας της εποχής, με την έννοια ότι ήταν αδιανόητο εκείνη την εποχή να παραγγελθεί ένα τέτοιο πορτραίτο από κάποιον που δεν ήταν αληθινά εξαιρετικά σημαίνων!-και μέσω της ταυτοποίησης τόπου και προσωπογραφούμενου να οδηγηθούμε με κάποιες μεγαλύτερες πια πιθανότητες στη ταυτοποίηση και του ίδιου του καλλίτέχνη. Μέχρι τώρα κάθε προσπάθεια απέβη αντικειμενικά άκαρπη. Μόνο υποθέσεις γίνονται και τίποτα δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά, θεμελιωμένα και με αδιάσειστο τρόπο. Όσοι ασχολήθηκαν με αυτό το έργο είχαν σαν οδηγό τους ουσιαστικά ένα μόνο στοιχείο: το στυλ του πίνακα. Στυλ όμως που αλίμονο είναι κοινό σε περισσότερους από ένα καλλιτέχνες της περιόδου(η τεχνική της τέμπερας με την οποία είναι ζωγραφισμένο το έργο, δεν επέτρεπε στυλιστικές ελευθερίες και ευελιξία, πολύ περισσότερο ακροβασίες-τόσο χρήσιμες για αναγνώριση καλλιτεχνικών προσωπικοτήτων!- και άρα οδηγούσε σε πιο ομογενοποιημένα-στυλιστικά μιλώντας πάντα-αποτελέσματα). Το στυλ λοιπόν σαν εργαλείο ανάλυσης και έρευνας. Πολλές φορές μάλιστα σαν το μοναδικό διαθέσιμο τέτοιο.

Η ζωγραφική ενσωματώνει το στυλ σε πολλές παραμέτρους της δράσης της: στο τεχνικό, στο υφολογικό(textual), στο χρωματικό, στο μορφολογικό και σε άπειρες άλλες ακόμη εκφάνσεις που τίθενται στο τραπέζι της ανάλυσης όταν πρόκειται να γίνει μια απόδοση έργου σε μιά εποχή, σε ένα τόπο και πάνω από όλα σε ένα συγκεκριμένο δημιουργό. Όσο πιο χειρωνακτική είναι μια τέχνη τόσο πιο πολλά και τόσο πιο ποικίλης μορφής στυλιστικά ίχνη αφήνει πίσω του.

09530101

Photographer Unknown@ Getty Museum

Τί γίνεται όμως με τη Φωτογραφία; Ας πάρουμε την Αναλογική πρώτα και εδώ αναρτώ ένα αριστούργημα αγνώστου φωτογράφου από τη συλλογή του Μουσείου Getty. Από μια τέχνη εκτάκτως μηχανική, όπως ασυναγώνιστα είναι τέτοια η τέχνη της Φωτογραφίας, πού ακριβώς θα εντοπιστούν τα στυλιστικά χαρακτηριστικά που, έστω με μια κάποια αμυδρά πιθανότητα, θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν στο όνομα του δημιουργού αυτής της παράδοξα αισθαντικής εικόνας; Προφανώς πριν καν καταφύγει κάποιος στο συνθετότερο εργαλείο ανάλυσης που είναι το στυλ θα ελέγξει τα επιμέρους πραγματολογικά στοιχεία της εικόνας. Το μοντέλο της φωτογραφίας μας είναι γνωστό από άλλη εικόνα; Αν ναι, σ’εκείνη την εικόνα ενσωματώνονται στοιχεία πραγματολογικά; Σφραγίδα ας πούμε ή κάποια υπογραφή; Μιά σημείωση έστω που κάτι να περιγράφει για την εικόνα. Αν συγκεντρωθούν αρκετά στοιχεία ανάλογα από περισσότερες παρόμοιες, τότε όλα αυτά κατατάσσονται, ταξινομούνται και αξιολογούνται. Είναι γεγονός ότι όλο αυτό δεν είναι μια εύκολη δουλειά και αν γίνει θα πρέπει να το επιβάλλει η ποιότητα της εικόνας και η πιθανότητα να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο σύνολο που να παραπέμπει σε ένα σημαντικό δημιουργό. Σε αντίθετη περίπτωση το έργο μοιάζει σχεδόν ματαιωμένο εξ αρχής σαν απόπειρα προσπάθειας. Ειδικά για τις συνθήκες με τις οποίες όχι μόνο δημιουργήθηκαν τέτοιες εικόνες αλλά και διακινήθηκαν. Προφανώς η ψηφιοποίηση θα διευκολύνει πολύ τα πράγματα αλλά τα αρχεία που προκύπτουν από μια τέτοια δράση είναι ωκεάνειων διαστάσεων και εύκολα μπορείς να χαθείς μέσα τους,ακόμη και αν εξειδικεύσεις αρκετά με τους τίτλους.

Τα πράγματα μοιάζουν να μπορεί να είναι είναι καλύτερα για όσους μεγάλους καλλιτέχνες του σήμερα έχουν την ατυχία ή την απρονοησία να μείνουν ή να θέλουν να μείνουν άγνωστοι. Κάθε ψηφιακή εικόνα ενσωματώνει και στοιχεία της διαδρομής της και της προέλευσής της και η δουλειά του ερευνητή μπορεί να γίνει πιο εύκολη, στο βαθμό βέβαια που ένας τέτοιος ερευνητής είναι στην αντικειμενική θέση να εντοπίσει σε όλο αυτό το κυκεώνα πολλών δις ή τρις εικόνων έργο δημιουργικό διακριτό και ταυτοποιήσιμο.

finding-vivian-maier

Vivian Maier Self-Portrait

Κάπου εδώ μπαίνει η περίπτωση της Vivian Maier. Μέχρι χθες ήταν μια άγνωστη. Σήμερα είναι πια μια διασημότητα! Εδώ δεν υπάρχουν οι αγωνίες και οι λίγες διέξοδοι που το ερμηνευτικό εργαλείο που λέγεται στυλ μπορεί να προσφέρει στον ερευνητή. Στη περίπτωση αυτής της γυναίκας όλα τα αληθινά σημαντικά στοιχεία για να οριστεί το έργο της δεν είναι απλά δεδομένα πια αλλά και απροσδόκητα συγκεντρωμένα, έτσι που κάθε εργασία πάνω στο, πλούσιο ως φαίνεται, έργο της να είναι ρουτινιέρικα εύκολη. Νομίζω ότι στη περίπτωση της αυτό που ίσως έχει τη μεγαλύτερη αξία δεν είναι το όποιο φωτογραφικό της έργο καθεαυτό αλλά το πώς το ευφυές μάρκετινγκ δημιούργησε μια καλλιτεχνική περσόνα, σχεδόν παρά τη θέλησή της-μη το ξεχνάμε αυτό: η γυναίκα αυτή δεν ήταν μια αφελής ναΐφ και ούτε ανύποπτη της δυναμικής της Φωτογραφίας σαν Τέχνης. Έζησε σε αστικά περιβάλλοντα μεγάλων-κοσμοπολιτικών επί της ουσίας-πόλεων, ταξίδεψε ασυνήθιστα πολύ και άρα είναι σίγουρο ότι είχαν πέσει στην αντίληψη της πολλές εκδοχές της φωτογραφικής δράσης σαν συνειδητά και στοχευμένα καλλιτεχνικής. Παρόλα αυτά επέλεξε να μη διοχετεύσει από αυτό το κανάλι αυτή τη πάρεργη δραστηριότητα της. Απουσία οποιασδήποτε, ακόμη και της πιο ελάχιστης, καλλιτεχνίζουσας επιτήδευσης

Ας τα δούμε λίγο πιο ψύχραιμα τα πράγματα λοιπόν. Εντοπίστηκε γρήγορα η ταυτότητα της-στη πραγματικότητα όταν το έργο της “ανακαλύφθηκε” από τρίτους αυτή ήταν ακόμη ζωντανή! Να ξεκαθαρίσουμε πρώτα απόλα το ποιοτικό κριτήριο της δουλειάς της. Οι φωτογραφίες δρόμου είναι κάτι περισσότερο από απλά συμπαθείς-τυπικότατα γυναικείο βλέμμα-εμπλουτισμένες απροσμέτρητα από την πατίνα του διαδραμώντος χρόνου που όλοι ξέρουμε καλά πόσο συμβάλλει στην όποια γοητεία τέτοιας εικονογραφίας. Όχι, οι φωτογραφίες δρόμου της Vivian Maier δεν είναι το έργο ενός αληθινά ανεπίληπτου μάστορα-βέβαια η αποκάλυψη του αρχείου της είναι επί της ουσίας ένα έργο σε εξέλιξη και κανείς ακόμη δεν μπορεί να είναι σίγουρος τι θησαυρούς μπορεί να κρύβουν τα αρχεία της. Μοιάζει ΄΄ομως να είναι η δουλειά μιάς έμπειρης και αφοσιωμένης, από ένα σημείο και μετά, ερασιτέχνισσας που έχει αφήσει κατά πολύ πίσω της το ναϊβισμό των ομοίων της ερασιστεχνών. Άφοβα μπορώ να πω ότι είναι κλάσεις και πολλαπλάσια καλύτερη και με πολλαπλάσια ογκωδέστερο και ποικιλότερο έργο του άδικα υπερεκτιμημένου και απελπιστικά λίγου Robert Frank και που ενώ ο τελευταίος φιγουράρει σαν μάστορας της Φωτογραφίας στις περισσότερες αφηγήσεις της Ιστορίας της Φωτογραφίας-ακόμη και Φωτογραφικός Κανόνας για μερικούς αστοιχείωτους και αισθητικά ανάπηρους!-έχει τελικά έργο ποιοτικά και αριθμητικά και αδιάφορο και συγκριτικά πολλαπλάσια υποδέεστερο της ερασιτέχνισσας Μάγιερ.

_68361501_maier_picd_549x549

Vivian Maier Self-Portrait

Οι άνθρωποι που ανέδειξαν και διακίνησαν το έργο της Μάγιερ βασικά το έκαναν με τη λογική του και τους όρους του μάρκετινγκ που ανάμεσα στα πολλά υπερτονισμένα θέλει να διαρρέει και κάποιο γραφικό αφηγηματικό πλούτο που να περιλαμβάνει μυστήριο, κρυφές πτυχές και κάποια πρώτη ύλη που ιντριγκάρει. Ακριβώς πάνω σ’αυτό το τελευταίο βασίζεται ουσιαστικά όλος ο ενδιαφέρων και υπαρκτός ως φαίνεται από τα βιογραφικά δεδομένα δημιουργημένος θρύλος. Εδώ έχω τις ενστάσεις μου αν και μπορώ να καταλάβω τα απολύτως θεμιτά κίνητρα-πρέπει κάπως να αμπαλαριστεί το-απολύτως άγνωστο μέχρι χθες!- όνομα για να προωθηθεί καλύτερα. Πράγμα που προφανώς της αξίζει.

Ποια όμως είναι αυτή η καυτή πρώτη ύλη που κάνει αυτή τη ντροπαλή δέσποινα τόσο συναρπαστική; Νομίζω αυτή η απίστευτη συλλογή των αυτοφωτογραφίσεων της. Αυτό τη ξεχωρίζει από κάθε άλλο φωτογραφικό προηγούμενο-και προσώρας επόμενο- και αυτό είναι σε θέση να την αναδείξει σαν μιά όντως όλως ιδιαίτερη περσόνα στην Ιστορία της Φωτογραφίας. Σε εποχές που η λέξη αλλά και η ουσία της λέξης selfie ηταν άγνωστη ή ασκούνταν από ελάχιστους σαν κατ’εξοχήν προνόμιο καλλιτέχνικότητας, η γυναίκα αυτή αποδεικνύεται πολύμορφα ενδοσκοπική και εσωστρεφής μέσα από την εξωστρέφεια της αυτοφωτογράφισης, που την ασκεί ΠΑΝΤΟΥ, προ πάντων δε  στο δρόμο. Ακριβώς αυτό είναι το έργο που την καθιστά ασύγκριτα ενδιαφέρουσα και άξια μελέτης. Δεν ξέρω ως ποιο βαθμό έχει μελετηθεί το αρχείο της και πόσες και προπάντων ποιες ακόμη εκπλήξεις μπορεί να επιφυλάσσει ακόμη. Ουσιαστικά αυτό το μέρος του έργου της την αναδεικνύει και σαν συνειδητοποιημένη δημιουργό-έχω διαβάσει ότι το μεγαλύτερο μέρος των λήψεων διασώζεται με τη μορφή αρνητικών μόνο και ότι αναλογικά το μεγαλύτερο μέρος των τυπωμένων της εικόνων είναι οι αυτοφωτογραφίσεις της. Αν όντως είναι έτσι τότε όλο αυτό είναι συμβατό με την άποψη μου ότι οι αυτοφωτογραφίσεις είναι ακριβώς αυτό που την ξεχωρίζουν αλλά και αυτές που την καθιστούν συνειδητοποιημένη ως προς την Εικόνα σαν αντίληψη εμπειρίας δημιουργικής και στοχαστικής.

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!, Ιστορία της Φωτογραφίας, VIVIAN MAIER

Φωτογραφία και Αφήγηση

30dec2016-black-couple-shoe-laces-kaniggos-sq-nikosroccos-bwΜε την αφορμή του θανάτου του John Berger, κάποια ανάρτηση σε ελληνικό φωτογραφικό μπλογκ με παρέπεμψε σε μια συζήτηση που είχε ο μεταστάς με την Susan Sontag και με θέμα την Αφήγηση. Φαντάστηκα ότι, επειδή και οι δυό τους έχουν ασχοληθεί εκτεταμένα με την “Εικόνα”  και συνδυαστικά με την παραπομπή του φωτογραφικού μπλογκ ότι, με κάποιο τρόπο, η συζήτηση θα περιστρεφόταν στο εάν και πώς η εικόνα αφηγείται. Δυστυχώς δεν ήταν κάτι τέτοιο, άσε που η ίδια η συζήτηση εξελίχτηκε σε τραγελαφικό ντεραπάρισμα, εξαιτίας του Μπέρτζερ, που συγκριτικά με την νηφάλια και σίγουρη όσο και διαυγή, ακριβολόγα, καίρια και ουσιαστική Σόνταγκ αποδείχτηκε απελπιστικά λίγος για να διεξέλθει ένα τόσο απαιτητικό θέμα, που προφανώς δεν κάτεχε με τη δέουσα επάρκεια. Όμως αφήνοντας τους δύο αυτούς συνομιλητές πια κατά μέρος-(όσοι θέλουν να χάσουν άσκοπα το χρόνο τους με τις νεφελώδεις αερολογίες του μακαρίτη, τους παραπέμπω εδώ ) -ένα ερώτημα πλανάται διαχρονικά: αφηγείται η Φωτογραφία; Ή για να το θέσουμε πιο γενικά: αφηγείται, μπορεί να αφηγηθεί μια εικόνα μόνη της, οποιαδήποτε μπορεί να είναι αυτή: φωτογραφία, σκίτσο, πίνακας ζωγραφικής;brother-and-sister-shoelaces-ermou-str-nikos-roccos-%ce%bd%ce%af%ce%ba%ce%bf%cf%82-%cf%81%cf%8c%ce%ba%ce%ba%ce%bf%cf%82-bwΠροφανέστατα και μπορεί να αφηγηθεί. Εδώ μπορεί να αφηγηθεί μια πέτρα μόνη της στην έρημο!Με την ευρεία έννοια και ανάλογα φυσικά με τη διανοητική ευελιξία και δεκτικότητα αυτού που βλέπει μια εικόνα μια φωτογραφία και μπορεί να αφηγηθεί και εν τοις πράγμασι αφηγείται-που είναι κάτι διαφορετικό από το περιγράφει σαν συνέπεια του καταγράφει-αλλά ΚΥΡΙΩΣ ενεργοποιεί την( έμφυτη σε όλους μας) αφηγηματική ορμή στον ίδιο το θεατή της!shoe-shine-syntagma-sq-nikosroccosΝα διευκρινίσουμε εδώ ότι μιλάμε για μία εικόνα κάθε φορά και την όποια αφηγηματική δυνατότητα μπορεί να μάς διαθέσει. Είναι εντελώς άλλης τάξης μιά σειρά εικόνων, που αυτονοήτως αφηγούνται πια-μια τέτοια τεχνική παραπέμπει κατευθείαν στο σινεμά εξάλλου, από το οποίο και τελικά προέρχεται. Πρόχειρα και εντελώς ενδεικτικά αναφέρω δύο εμβληματικά αλλά και τόσο αντίθετα μεταξύ τους παραδείγματα: του Elliot Erwitt από τη μιά και του Duane Michals από την άλλη. Επίσης είναι εντελώς διαφορετικό θέμα μια μονταρισμένη εικόνα που όμως ενσωματώνει αφηγηματικά στάδια ή επεισόδια μάλλον μέσα στην επιφάνεια της και που προϋποθέτει την επαναληπτική παρουσία των όποιων πρωταγωνιστών της αφήγησης,έμψυχων και άψυχων-τεχνική προερχόμενη επί της ουσίας από τους μεγάλους αφηγηματικούς κύκλους των τοιχογραφιών, που καμιά φορά, εντελώς απροσδόκητα και φυσικά εξ ανάγκης, την υιοθετούσαν ακόμη και αισθαντικοί και σοφιστικέ καλλιτέχνες-θυμάμαι για παράδειγμα το Βελάσκουεθ και το εντελώς ατύπικο υπό αυτή την άποψη έργο του με τους ερημίτες αγίους Αντώνιο και Παύλο.

Παραθέτω τρεις φωτογραφίες μου που μοιάζουν συναφείς θεματικά. Μέσα από τη σύγκριση τους μπορεί κάποιος πολύ εύκολα να καταλάβει και τη ξεχωριστή αφηγηματική δυναμική της κάθε μιας χωριστά. Και εκεί που αρχικά νομίζεις ότι κάνεις τρεις διαφορετικές περιγραφές, συνειδητοποιείς ότι στη πραγματικότητα είναι τρεις ξεχωριστές αφηγήσεις. Από κει και πέρα είναι στο μυαλό του κάθε θεατή να τις εμπλουτίσει περαιτέρω αφηγηματικά με τον ίδιο απαράλλαχτο τρόπο που το κάνει και ο κάθε αναγνώστης ακόμη και του πιο εκτεταμένου πολύτομου μυθιστορήματος.

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!, Φωτογραφίες δρόμου, street photography

Φωτογραφίες χωρίς κάδρα;

pinacoteca-di-brera-milano-chair-painting-museum-nikosroccos-nvΗ έκθεση, σαν μέθοδος δημιουργίας υπεραξίας, είναι μια σύμβαση-κατ’εξοχήν!- ειδικά τώρα, στο καιρό του διαδικτύου. Αν θέλεις να δεις φωτογραφίες, αν θέλεις να τις απολαύσεις, να τις αναλύσεις, να στοχαστείς και να κερδίσεις από αυτές αισθητική χαρά, το διαδίκτυο είναι απαράμιλλο και ασυναγώνιστο ως προς αυτό. Οι εκθέσεις γίνονται για πολλούς λόγους, απ’τους οποίους το κέρδος είναι ο μακράν σημαντικότερος -και έτσι πρέπει να είναι, γιατί οι εκθέσεις έχουν την αβάσταχτη ουρά που λέγεται έξοδα, πολλά έξοδα και μάλιστα από πολλούς! Κανένα πρόβλημα ως προς αυτό. Θεμιτό και επιβεβλημένο είναι, ειδικά για όσους φωτογράφους δεν είναι εμπορικοί αλλά παράγουν παρόλα αυτά αξιόλογο φωτογραφικό έργο και με κάποιο τρόπο πρέπει να ενισχυθούν ώστε να συνεχίζουν και να μπορούν να συνεχίζουν να το παράγουν. Όμως η η έκθεση σαν σύμβαση έχει τις προϋποθέσεις της για να μπορεί να έχει θεσμικό κύρος και εξ αυτού να μπορεί να διεκδικεί αξιόπιστα το χρήμα που ζητά.

Το τελευταίο όμως καιρό γινόμαστε μάρτυρες φωτογραφικών εκθεσιακών γεγονότων όπου οι φωτογραφίες είτε εκτίθενται στον όποιο τοίχο ή υποκατάστατό του απλά καρφιτσωμένες-με πινέζες τις περισσότερες φορές!-είτε σε οθόνες κομπιούτερ! Με αυτούς τους τρόπους όμως υπονομεύεται η ίδια η σύλληψη της έννοιας έκθεση στην εποχή του διαδικτύου, που προφανώς δεν είναι για να πάμε να δούμε φωτογραφίες που δεν έχουμε δυνατότητα να γνωρίζουμε-αυτό πια είναι αδιανόητο αφού  στη πραγματικότητα ξέρουμε ακόμη και φωτογραφίες που δεν έχουν καν τυπωθεί! Πάμε γιατί το κοινωνικό γεγονός που την διεκπεραιώνει δημιουργεί υπεραξία γιατί παίζει το ρόλο της μεγάλης σημασίας που θέλουμε να δώσουμε σε μια φωτογραφική εργασία. Καλή ή όχι, δεν έχει σημασία, γιατί εδώ μιλάμε πια για μιά ΣΥΜΒΑΣΗ.

Υπάρχει το επιχείρημα ότι η οικονομική κρίση κλπ, κλπ. Σαχλαμάρες! Οι φωτογραφίες δεν είναι φασόλια, ρεβύθια ή φακές για να μπορούν να παρουσιαστούν και να διατεθούν χύμα. Ούτε θα μπουν στο τσουκάλι για να μαγειρευτούν και έτσι να ακολουθήσουν μια πορεία κατανάλωσης που θα τις εξαφανίζει σαν εφήμερα και θνησιγενή προϊόντα μικρής και σύντομης διάρκειας. Η Φωτογραφία σαν εκθεσιακό προϊόν πρέπει με τον τρόπο της να υποδεικνύει και τη χρήση της και να την υποδεικνύει αυτή τη χρήση με ένα τέτοιο τρόπο που να την αναδεικνύει σαν προϊόν και όχι να την απαξιώνει. Απαξίωση: αυτό κάνουν οι πινέζες και οι εκτεθειμένες οθόνες του κομπιούτερ, όσο ντιζαϊνάτες κι αν είναι. Άλλωστε κομπιούτερ έχουμε και στο σπίτι μας και θα μπορούσανε έτσι να μάς στείλουν την έκθεση τους με ιμέιλ!

Με την αφορμή του θέματος των εκθέσεων να επισημάνουμε και ένα άλλο νοσηρό φαινόμενο, παράγωγο μιάς αγχωμένης και ανασφαλούς μεγαλομανίας των οργανωτών: ΓΙΓΑΝΤΙΣΜΟΣ! Εκθέσεις με τεράστιο αριθμό φωτογραφιών αλλά και εκθετών. Με αποτέλεσμα να γεμίζουν οι τοίχοι με ένα είδος φωτογραφικής ταπισερί όπου ουσιαστικά χάνεται η προσωπική συμβολή του κάθε συμμετέχοντος φωτογράφου αλλά και της κάθε μίας φωτογραφίας-αν την έχει την αξία για να μπορεί να συμβάλει τέλος πάντων- και να μένει μόνο η εντύπωση του γαργαντούικα θηριλωδους γιγαντισμού του διοργανωτή, που είναι τελικά-εντελώς άδικα!-και ο μόνος κερδισμένος της υπόθεσης. Αυτό το ιδιότυπο horror vacui ερμηνεύεται σαν το “πόσο καλός είναι ένας τέτοιος τσοπάνης που έχει μαζέψει τόσα πολλά πρόβατα γύρω του”. Λυπάμαι αλλά εγώ έτσι μπορώ να το δω και σε καμιά περίπτωση σαν τίμια και ειλικρινή διάθεση και κίνηση προβολής της Φωτογραφίας και των δημιουργών της. Σε τελευταία ανάλυση πρέπει να υπάρχουν κριτήρια επιλογής, που σαφώς όμως δεν μπορεί να είναι η οικονομική συμβολή του κάθε συμμετέχοντος στην έκθεση. Αντίθετα το μόνο προς εκτίμηση κριτήριο που μας υποβάλλει ένας τέτοιου είδους διοργανωτής είναι προφανώς μόνο το ποσοτικό και σε καμιά περίπτωση το ποιοτικό, που, και στην απίθανη περίπτωση που αυτό μπορεί να υπάρχει, εξαφανίζεται-τι καλά!- μέσα στον ορυμαγδό του εκτεθειμένου σκουπιδαριού.

Δεν είναι σοβαρά πράγματα όλα αυτά.

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!

Κριτική και Παρασιτισμός

napoleon-urban-still-life-chair-alexandras-av-nikosroccosΥπάρχουν οι κριτικοί-είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί για όσους τους απασχολεί αυτή η πραγματικότητα. Βασικά το έργο τους είναι παρασιτικό και έχουν τόσες πιθανότητες να είναι χρήσιμοι σαν παράσιτα όσες και αυτά τα παράσιτα για τα οποία μάθαμε στη Φυσική Ιστορία-νομίζω ότι μερικά, ελάχιστα πάντως, θεωρούνται χρήσιμα, αληθινά χρήσιμα.

Από την άλλη υπάρχει το κοινό. Ένα κοινό που ξέρει το αντικείμενο του ενδιαφέροντος του δεν χρειάζεται τη μεσολάβηση κανενός κριτικού-υπάρχει όντως ένα μέρος του κοινού-από κάθε είδους δημιουργική δραστηριότητα-που δεν καταφεύγει ποτέ στην επί της ουσίας άχρηστη γνώμη του αυτόκλητου-αυτό είναι πάντα ένας κριτικός: ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΣ ΚΡΙΤΗΣ-επαγγελματία γραφιά που με λόγια κρίνει πράξεις και έργα, την αξία δηλαδή μιας τρέχουσας δημιουργίας. Όλοι οι υπόλοιποι, όσοι θέλουν να έχουν τη γνώμη του κριτικού, έχουν την ίδια επιρρέπεια να είναι θύματα της κριτικής όσο και αυτοί που ενημερώνονται για την αξία ενός προϊόντος από τη διαφήμιση ή τη δυσφήμηση αν και δεν υπάρχει θεσμοθετημένος ένας τέτοιος επαγγελματικός κλάδος δυσφήμησης. Βασικά η όση ζημιά παθαίνει το κοινό που επηρεάζεται από ένα κριτικό είναι χωρίς σημασία-όπως εξάλλου και η ζημιά που δημιουργείται από τη κατανάλωση ενός κακού έργου τέχνης. Πόσοι ζημιώθηκαν από την αγορά ενός κακοραμμένου ρούχου και πόση σημασία έχει αυτό για την ύπαρξη τους; Άλλο τόσο για μια ατυχή κριτική ή για μια κακοπαιγμένη παράσταση. Η κριτική είναι ένα σφηνάκι διεγερτικού ποτού που όχι σπάνια μπορεί να αποδειχτεί και μπόμπα-αλλά είναι μόνο σφηνάκι και οι συνέπειες δεν μπορεί να είναι σοβαρές. Στη πραγματικότητα ούτε το ίδιο το κοινό της κριτικής τη παίρνει σοβαρά. Σχεδόν είναι προϋπόθεση ανάγνωσης της κριτικής το να μην τη παίρνεις στα σοβαρά. Εγώ προσωπικά βλέπω μόνο τη διασκεδαστική πλευρά της. Αν και δεν διαβάζω πια ποτέ κριτική και για τίποτα-ούτε καν πολιτική!-σας διαβεβαιώ έχει μπόλικη από δαύτη.

Το αληθινό πρόβλημα με τη κριτική το έχει ο δημιουργός-που αν έχει και παραγωγό τότε συμπεριλαμβάνεται και ο δεύτερος. Το πρόβλημα δηλαδή ότι μια αδικαιολόγητα αρνητική κριτική μπορεί να τον καταστρέψει δια βίου, ειδικά αν στη δημιουργία του έχει επενδύσει τους κόπους και το χρήμα μιάς ζωής.

Κλείνοντας να μιλήσουμε για τον ίδιο το κριτικό-όχι σπάνια προκύπτει σαν τέτοιος μόνο από μια απροσδιόριστης αξίας δήλωση του ότι αγαπάει το αντικείμενο για το οποίο αυτεπαγγέλτως δηλώνει τη κριτική ιδιότητα. Με τα χρόνια αποκτάει μια μανιέρα γραφής που μπορεί να περνάει ακόμη και για στυλ-ειδικά αν περισσεύει η χολή- και οι εμπειρικά αποκτημένες γνώσεις από τη τριβή με το αντικείμενο του παρασιτισμού του μπορεί και να περνάνε κι αυτές σαν γνώσεις αυθεντίας.

Τέλος, για να περιπτωσιολογήσουμε χρήσιμα,  δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον χειρότερο έλληνα κριτικό από καταβολής κινηματογράφου-υπάρχουν πολλοί κακοί στο χώρο αλλά αυτός είναι σίγουρα ο απόλυτος πάτος-δεν ξέρω αν ακόμη “αρθρογραφεί”-τον από κάθε άποψη ανεκδιήγητο Φοίβο Τιμογιαννάκη: χαρακτήρισε κάποτε, με το ανερυθρίαστο ύφος που πάντα το επιτρέπει η άγνοια, το έργο του Σεργκέι Παρατζάνοβ “ρωσική εκδοχή φουστανέλλας”! Αυτός ο απίθανα ρηχός και κλούβιος ημιμαθής, διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό, μέσα από τα πόστα του στη τηλεόραση, το ραδιόφωνο και  τον τύπο-(δεν ξέρω αν δουλεύει ακόμη, οπότε σίγουρα θα δίνει το παρόν του και στο διαδίκτυο)-την κινηματογραφική κουλτούρα του μέσου έλληνα μέσα από την σίγουρη επιρροή που άσκησε μέσα από τέτοια σκανδαλιστική προβολή. Στο μυαλό μου αυτός ο απίθανος πάντα θα εκπροσωπεί την εικόνα που έχω σχηματίσει για το κριτικό και γι’αυτό κι εγώ με τη σειρά μου δεν διαβάζω ποτέ κριτική και για τίποτα.Σε τελευταία ανάλυση ο Λόγος είναι εντελώς απρόσφορο μέσο για να κριθεί ένα Έργο. Το έργο τέχνης έχει δύο ασυναγώνιστους τρόπους να κριθεί-καμιά φορά σωρευτικά αλλά πιο συχνά διαζευκτικά: σαν εμπορικό προϊόν από την εμπορική ή όχι επιτυχία του και τα οικονομικά κέρδη που θα προσπορίσει στο δημιουργό, το παραγωγό και τους τυχόν υπόλοιπους συντελεστές τους. Και σαν Τέχνη καθεαυτή από την ΑΝΤΟΧΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ. Το συνηθέστερο είναι το πρώτο να μην εξασφαλίζει το δεύτερο.

Υ.Γ. Μπορεί κάποιος εύλογα να προβάλλει την ένσταση: δηλαδή να μη γράφεται τίποτα για τη τρέχουσα κάθε φορά δημιουργία; Απαντώ: μακριά από μένα κάθε υποψία λογοκρισίας. Να γράφεται και να παρά-γράφεται ό,τι θέλει ο κάθε κριτικός. Απλά να έχουμε υπόψη μας ότι αυτός ο γραφιάς έχει τόσο καημό για ένα έργο που κρίνει, ιδιαίτερα αν άδικα το κατακρίνει ή εξίσου υπερβολικά αναξίως το επαινεί πότε με το οργίλο ύφος του ιεροκήρυκα ο πρώτος και πότε με τον ενθουσιασμό του αυλοκόλακα ο δεύτερος- όσο και ο εργολάβος κηδειών που παραλαβαίνει ένα σώμα που μόλις έκλεισε για πάντα τα μάτια του. Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τον εργολάβο κηδειών να εκδηλώνει τη συγκίνηση του στη κηδεία του κάθε πελάτη που θάβει. Έχουν και οι κριτικοί τα κέρδη των δικών τους πτωμάτων-άδικα θαμμένων ή ψευδαναστημένων.

Υ.Γ. 2 Κάτι ακόμη: κατ’εμέ η κριτική κατ’αρχήν και κατά βάση δέχεται το έργο που κρίνει, δηλαδή είναι θετική-πιθανές επιμέρους επιφυλάξεις είναι θεμιτές και δεκτές αλλά όχι στο βαθμό που να ακυρώνουν τη συνολική αποδοχή. Όσο για την αρνητική κριτική δεν μπορώ να φανταστώ σκληρότερη αλλά ταυτόχρονα ευγενέστερη και τιμιότερη από την ολοκληρωτική αγνόηση. Ούτε καν ονομαστική αναφορά!

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!, Αστικές Νεκρές Φύσεις, Urban Still Life

Μνημόσυνο Αντιμνημονιακής Φωτογραφίας

antimnimoniaki-fotografia-nikosroccosΝαι μεν δεν έχω κανένα λόγο να ντρέπομαι που υπήρξα μαχητικός και στρατευμένος αντιμνημονιακός-η συγκυρία το απαιτούσε και η συναισθηματική φόρτιση που προκάλεσε η απογοήτευση είναι κακοί σύμβουλοι σε ανυποψίαστες ψυχές, που στην αρχή αντιδρούν παρορμητικά κάτω από το κράτος των εντυπώσεων αυτής της απογοήτευσης. Το θυμικό παίρνει τα όπλα και η λογική οπισθοχωρεί κάνοντας στη καλύτερη των περιπτώσεων μια συγχυσμένη ανάλυση των δεδομένων. Δεν έχω λόγο λοιπόν να ντρέπομαι που υπήρξα αντιμνημονιακός, έχω όμως λόγο να έχω μετανιώσει. Έχω λόγο να μετανιώνω που σαν μια μικρή μονάδα στο πλήθος των οργισμένων ελλήνων συνέβαλα κι εγώ στη παραπλάνηση-θύμα της πρώτα κι εγώ ο ίδιος-της ερμηνείας όχι μόνο της κρίσης και των αιτίων της αλλά και της προσφορότερης για τη συγκυρία λύσης της. Η στρατευμένη στην υπόθεση του Αντι-Μνημόνιου Φωτογραφία έπαιξε κι αυτή το δικό της ρόλο στο επκοινωνιακό παιχνίδι της παραπλάνησης, από καθαρό ρομαντικό ενθουσιασμό βέβαια και ερήμην των κρυφών προθέσεων όσων υποκινούσαν τη λάθος ερμηνεία της κρίσης και της λύσης της-να εξηγηθώ πρώτα απόλα ότι η εξέγερση της Πλατείας ήταν αυθεντική λαϊκή κίνηση και πολύ σωστά στο πρόσωπο του από κάθε άποψη ανεκδιήγητου και γελοίου απατεώνα Γιώργου Παπανδρέου επικέντρωνε την δίκαιη οργή της. Και αν η Πλατεία δικαιώθηκε σε κάτι ήταν ότι λειτούργησε σαν καθαρτήρια διαδικασία που μας απάλλαξε από το αμερικανόπεμπτο ανδρείκελο. Όμως αυτή η υγιής, καθαρτήρια διαδικασία γρήγορα εκφυλίστηκε και ο εκφυλισμός γέννησε πολιτικές νεοπλασίες που ταλαιπώρησαν και συνεχίζουν να την ταλαιπωρούν τελικά τη χώρα περισσότερο από τα παραδοσιακά μεταπολιτευτικά κόμματα. Χρυσή Αυγή, μεταλλαγμένος μέχρι τοξικότητας ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένος, Λεβέντης, με αυτόν ή τον άλλο τρόπο κυβερνούν ή συμβάλλουν στις αποφάσεις της κυβέρνησης-να θυμισουμε μήπως ότι το χουντικής έμπνευσης και εκτέλεσης-ακόμη και στην ανατροπή του ίδιου του αποτελέσματος του!-“δημοψήφισμα” του 2015 συναποφασίστηκε με ψήφους της Χρυσής Αυγής; Χρειάζεται και η Φωτογραφία να κάνει την αυτοκριτική της, να κάνει την ανάλυση των σφαλμάτων της σύμπραξης της με τις δυνάμεις που τελικά ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΑΝ την ταχύτερη επιστροφή στη κανονικότητα-μην το ξεχνάμε ότι ήδη ζούμε σχεδόν ενάμισυ χρόνο σε καθεστώς τραπεζικών ελέγχων και περιορισμών που εκ των πραγμάτων στραγγαλίζουν την Οικονομία με την ασφυξία που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν στην αγορά. Εμείς σαν φωτογράφοι αυτό που πρέπει για πάντα να αποσείσουμε από πάνω μας είναι αυτή η θεομπαίχτικη, αλαζονική και γελοία αυτάρεσκη υποψία άποψης ότι με τη Φωτογραφία μπορούμε να συμβάλλουμε στο να αλλάξουμε το κόσμο. Σαχλαμάρες ιεροκηρύστικα μεγαλομανείς. Υπάρχει κάποια σύγχυση στα πράγματα. Έχει περάσει η άποψη ότι η ιδεολογία μπορεί όχι μόνο να επηρεάσει τη πολιτική αλλά ακόμη και να τη κατευθύνει ή ακόμη περισσότερο να τη δημιουργήσει εκ νέου. Πόσο θυμίζει αυτό τη θρησκεία που νομίζει ότι μπορεί να μεταμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων με το υπουλότερο από όλα τα θανάσιμα όπλα: την Ηθική. Ό,τι έχει υπάρξει η Ηθική -σαν Ηθικολογία νοούμενη-για τη Θρησκεία αυτό είναι η Ιδεολογία με τους δογματισμούς της για τη αληθινή, τη πραγματική ζωή της Πολιτικής. Η Πολιτική θα γίνει λειτουργική όταν απαλλαχτεί από το αμβωνικό σύνδρομο της Ιδεολογίας.

Leave a comment

Filed under ...και λίγη Θεωρία!