Category Archives: Εκδότες και φωτογραφία.

Ιδιωτική χαρά, δημόσια καταισχύνη

Modern-Sculpture-national-gallery-athens1aDSΠρωταρχικά και κύρια είμαι φωτογράφος δρόμου και κατ’εξοχήν ανθρωποκεντρικός φωτογράφος. Παρόλα αυτά και εξαιτίας της μεγάλης μου αγάπης για τη φόρμα-που εξυπακούεται την ασκώ και στα ανθρωποκεντρικά μου θέματα-αν ποτέ μού τύχει αφορμή για τη δημιουργία εικόνας με δυνατή μορφή δεν θα την αφήσω ανεκμετάλλευτη και θα εξαντλήσω την ευκαιρία με διεξοδική φωτογράφιση μέχρι να φτάσω σ’αυτό που η διαίσθηση μου αλλά και η καλή αίσθηση της φόρμας που έχω μού είχαν υπαινιχθεί.

Η φωτογραφία της ανάρτησης εμπίπτει σε μιά τέτοια περίπτωση. Τραβήχτηκε στην Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας καμιά δεκαριά χρόνια πριν.  Στο πρώτο πλάνο το μοντερνικό γλυπτό είναι του σπουδαίου γλύπτη Γιώργου Νικολαΐδη ενώ στο βάθος διακρίνεται η “Πηνελόπη” του μεγάλου ελληνολάτρη Γάλλου γλύπτη Bourdelle-συνειδητοποιώ αυτή τη στιγμή ότι η φωτογραφία μπορεί να είναι του 2004, όταν με την αφορμή της Ολυμπιάδας στην Εθνική Πινακοθήκη είχε οργανωθεί μια μεγάλη έκθεση έξι διάσημων γλυπτών: του Ροντέν, του Μπουρντέλ, του Μαγιόλ ,του Μπρανκούζι, του Τζακομέτι και του Χένρυ Μουρ 🙂

Περιδιαβαίνοντας λοιπόν την είσοδο του Μουσείου μετά την επίσκεψη, έφτασα μέχρι το μπαλκόνι που βλέπει προς το Χίλτον και από εκεί είδα αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία της ανάρτησης. Το είδα εγώ. Δεν έβλεπε το ίδιο όμως και η μηχανή μου. Οτιδήποτε κι αν έκανα η μηχανή αρνιόταν να δει και κατά συνέπεια να καταγράψει αυτό που είχα συλλάβει και αυτό που τελικά βλέπετε στη φωτογραφία. Για να μού δώσει το οκ η μηχανή έπρεπε να καβαλήσω το κιγκλίδωμα του μικρού αυτού μπαλκονιού και μετεωριζόμενος με μάλλον ασταθές χέρι πια να τραβήξω αυτό που τελικά αναρτώ εδώ. Δεν είναι το φόρτε μου οι μετεωρισμοί-ένας κρυφός λόγος ίσως που αγαπώ το Vertigo του Hitchcock μπορεί και νάναι η αλληλεγγύη για τον ήρωα της ταινίας που πάσχει από υψοφοβία και ιλίγγους-και προφανώς με ασταθές σώμα και χέρι δεν πετυχαίνεις και την καλύτερη εστίαση.

Η ουσία είναι ότι ένιωθα-στην πραγματικότητα ακόμη νιώθω 😉 -πολύ περήφανος γι’αυτή τη φωτογραφία όχι μόνο γιατί έχει αριστοτεχνική σύνθεση αλλά και επί πλέον γιατί δημιουργήθηκε και με κόπο και-προπάντων!- με ρίσκο. Όταν την έδειξα στον εκδότη μου εκείνη την περίοδο-παρόλο ότι εκθείασε ακριβώς την σύνθεση της, έδειξε μεγάλη απογοήτευση για το ότι δεν είχε μεγάλη ανάλυση και “καρφί” εστίαση. Πόση πικρή αλήθεια στα λόγια ενός όντως αισθαντικού ανθρώπου που, πάντα ήταν καλοπροαίρετος απέναντι μου. Είχε απόλυτο δίκιο. Όταν του ανέφερα τις δυσκολίες μού απάντησε με τον κυνισμό ενός εκδότη που προσγειώνει τον υποκειμενισμό του αιθεροβάμονα καλλιτέχνη: “αυτές δεν αφορούν τον εκδότη. Ο εκδότης δεν θέλει μόνο όμορφες εικόνες-η εικόνα είναι όντως όμορφη-τις θέλει και τεχνικά άρτιες”. Είπαμε είχε απόλυτο δίκιο. Το είδα σαν μια πρόκληση αλλά και σαν μια ευκαιρία για τη δημιουργία μιας αληθινά τέλειας εικόνας.

Υποσχέθηκα λοιπόν στον εαυτό μου κάποια στιγμή να ξαναπεράσω από την Εθνική Πινακοθήκη, αυτή τη φορά όμως με καλύτερο εξοπλισμό και οπωσδήποτε με τριπόδι. Αλίμονο! Λογάριασα χωρίς τον ξενοδόχο! Ξενοδόχος; Ο νέος χώρος όπου βρήκε στέγη το σπουδαίο αυτό γλυπτό: το παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Γουδή, η Εθνική Γλυπτοθήκη! Το έργο εκτίθεται στο ύπαιθρο και καμιά γωνία δεν προσφέρεται για ούτε κατά προσέγγιση αυτού που πέτυχα στο κτήριο της Εθνικής Πινακοθήκης.

Προφανώς μια τέτοια φωτογραφία δεν θα μπορούσε ποτέ να δημοσιευτεί σε ένα περιοδικό ή να χρησιμοποιηθεί για προβολή. Όμως όπως και νάχει  για μένα υπάρχει ένα είδος ακέραιας-ιδιωτικής εξυπακούεται- χαράς  σ’αυτή τη φωτογραφία.  Χαίρομαι που την τράβηξα, χαίρομαι που υπάρχει και παρόλη την εμφανή ατέλεια της θα την αγαπώ ιδιαίτερα. Νιώθω ότι εκπροσωπεί το στυλ μου κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Πάντα κάτι μπορεί να είναι τελειότερο-δεν χωρά αμφιβολία γι’αυτό- αλλά είναι η σύγκριση που δείχνει ποιο είναι αυτό το τελειότερο. Είναι ανακουφιστικό ότι γι’αυτή τη φωτογραφία δεν υπάρχει κάποια καλύτερη  που να με κάνει να νιώθω τόσο βαριές τύψεις. Άλλωστε ποτέ δεν θρηνώ για κάτι που δεν έκανα. Προτιμώ να χαίρομαι για κάτι που υπάρχει και το δημιούργησα εγώ. Λογικό δεν ακούγεται αυτό;

Advertisements

Leave a comment

Filed under Αρχιτεκτονική Φωτογραφία, Εκδότες και φωτογραφία.

Castello Sforzesco, Milano

Η εμβληματική για το Castello Sforzesco αυτή φωτογραφία έγινε και η αφορμή της σύγκρουσης με την έκδοση του περιοδικού: δεν ήθελα να κοπεί το μαύρο περιθώριο στην εικόνα και μαζί μ'αυτό η οριακά τοποθετημένη σκιά της οξείας γωνίας του βάθρου του αγάλματος. Αν την προσέξτε θα καταλάβετε πόση ένταση δίνει στην εικόνα, που φτάνει τη σύνθεση της στα όρια, σχεδόν κάθε πλευρά της. Το να κοπεί μια τέτοια είκόνα για μένα ήταν έγκλημα καθοσιώσεως και αδιαφορούσα εντελώς για την αδυναμία του γραφίστα να βρει λύση στο πρόβλημα-θέλαν τη φωτογραφία για το εξώφυλλο του περιοδικού του οποίου όμως οι αναλογίες είναι διαφορετικές

Η εμβληματική για το Castello Sforzesco αυτή φωτογραφία έγινε και η αφορμή της σύγκρουσης με την έκδοση του περιοδικού: δεν ήθελα να κοπεί το μαύρο περιθώριο στην εικόνα και μαζί μ’αυτό η οριακά τοποθετημένη σκιά της οξείας γωνίας του βάθρου του αγάλματος. Αν την προσέξτε θα καταλάβετε πόση ένταση δίνει στην εικόνα, που φτάνει τη σύνθεση της στα όρια, σχεδόν κάθε πλευρά της. Το να κοπεί μια τέτοια είκόνα για μένα ήταν έγκλημα καθοσιώσεως και αδιαφορούσα εντελώς για την αδυναμία του γραφίστα να βρει λύση στο πρόβλημα-θέλαν τη φωτογραφία για το εξώφυλλο του περιοδικού του οποίου όμως οι αναλογίες ήταν διαφορετικές από εκείνες της φωτογραφίας.

Αν ένα μουσείο είναι εγκατεστημένο σε χώρο που προϋπήρχε και μουσείου και που αυτός ο χώρος φτιάχτηκε για άλλο σκοπό-σίγουρα όχι για μουσείο, συνήθως η γκάμα κυμαίνεται από παλάτι μέχρι αποθήκες εργοστασίων ή ακόμη και στάβλους!-τότε υπάρχει πρόβλημα με αυτόν που θέλει να φωτογραφίσει μέσα σ’αυτό το χώρο και να τον αποδώσει με το φυσικό του φως για να μεταφέρει την ατμόσφαιρα του μνημειακού μέσα στο οποίο βρίσκονται, ζουν και διαλέγονται-με το χώρο, μεταξύ τους αλλά-προ πάντων!- με τους επισκέπτες τους τα πολύτιμα εκθέματα.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες της όλης φωτογράφισης ήταν η φάση-με τη μηχανή στο χέρι, η περιπλοκότητα του χώρου δεν επέτρεπε χρήση τρίποδα-ήταν η γωτογράφιση του πολυπρόσωπου ταφικού μνημείου του Gaston de Foix από τον σπουδαίο αναγεννησιακό γλύπτη Bambaia. Ουσιαστικά αυτό που έκανα ήταν η ανάδειξη του τρόπου διάταξης και έκθεσης του μνημείου και όχι το ίδιο το μνημείο καθεαυτό

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες της όλης φωτογράφισης ήταν η φάση-με τη μηχανή στο χέρι, η περιπλοκότητα του χώρου δεν επέτρεπε χρήση τρίποδα-ήταν η φωτογράφιση του πολυπρόσωπου ταφικού μνημείου του Gaston de Foix από τον σπουδαίο αναγεννησιακό γλύπτη Bambaia. Ουσιαστικά αυτό που έκανα ήταν η ανάδειξη του τρόπου διάταξης και έκθεσης του μνημείου και όχι το ίδιο το μνημείο καθεαυτό

Το ίδιο τμήμα του ίδιου μνημείου του Gaston de Foix  από άλλη γωνία ληψης και με διαφορετική χρήσης της προοπτικής. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε για ένα φορμαλιστή φωτογράφο σαν κι εμένα πόσο γλέντι ήταν όλο αυτό το παιχνίδι οπτικής διασκέδασης.

Το ίδιο τμήμα του ίδιου μνημείου του Gaston de Foix από άλλη γωνία ληψης και με διαφορετική χρήσης της προοπτικής. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε για ένα φορμαλιστή φωτογράφο σαν κι εμένα πόσο γλέντι ήταν όλο αυτό το παιχνίδι οπτικής διασκέδασης.

Όποια λύση και αν δώσεις στο πρόβλημα καμιά δεν είναι απόλυτα ικανοποιητική, με την έννοια ότι καμιά δεν είναι και απολύτως εφικτή. Η μία θα απαιτήσει για παράδειγμα τεχνητό φωτισμό, που είτε το ίδιο το μουσείο θα στον αποκλείσει είτε ο σεβασμός ακριβώς του χώρου να είναι τέτοιος που να αποκλείει ο ίδιος ο εαυτός σου μιας τέτοιας μορφής αισθητική παρέμβαση και παραβίαση τελικά της αισθητικής ωραιότητας του χώρου. Είναι εντελώς άλλης φύσης θέμα να φωτογραφίσεις τα ίδια τα εκθέματα καθεαυτά, παρόλο ότι κι εδώ κάποιες φωτιστικές συνθήκες προϋποτίθενται από την ίδια τη φύση των πραγμάτων: ένα ρετάμπλο-ιδιαίτερα γλυπτικό πάνω στο βωμό μιας εκκλησίας.

Milano (5)

Η όλη προσέγγιση θέλει ευαισθησία από την πλευρά του φωτογράφου-αλλιώς φωτογραφίζεις στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, σε κάθε Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης-δεν υπάρχουν μυστηριακές προϋποθέσεις ούτε του νεόκτιστου χώρου ούτε των ίδιων των έργων-και αλλιώς ας πούμε στο παρεκκλήσι των Μεδίκων του Μικελάντζελο στη Φλωρεντία-εδώ ο χώρος-απελπιστικά στενός αλλά και μεγαλειωδώς σοβαρός και στιβαρός στην μνημειακή επιβολή του, σού υποδεικνύουν σχεδόν το στυλ της φωτογράφισης. Προσωπικά ούτε μού έχει τύχει αλλά και μάλλον δεν με ενδιαφέρει το είδος αυτό φωτογραφίας-είναι απλή αντιγραφή, καμιά φορά εξαιρετικά υψηλής ποιότητας και με πολύ φίνα χρήση του φωτισμού αλλά σε κάθε περίπτωση αντιγραφή-η φωτογράφιση των ίδιων των έργων τέχνης καθεαυτών, ιδιαίτερα των δισδιάστατων-πίνακες, τοιχογραφίες, σχέδια, χαρακτικά. Εκεί ουσιαστικά υπάρχει το ίδιο το έργο τέχνης-που αν είναι σπουδαίο επιβάλλεται απόλυτα-και απέναντι του η κάμερα-συνήθως μεγάλου ή το λιγότερο μεσαίου φορμά-σε απόλυτη παραλληλία με το επίπεδο έργο τέχνης και ο υπηρέτης αυτής της κατάστασης που ουσιαστικά αυτό που επιδιώκει είναι να εγκαταστήσει φως μπρος απ’το έργο τέχνης που να μη γίνεται αισθητό-γιατί ακυρώνει το έργο τέχνης μια επιφάνεια που το αντανακλά αυτό το φώς. Σπουδαία τεχνική δουλειά αλλά δημιουργικά αδιάφορη.

Έγινε συστηματική εκμετάλλευση εκ μέρους μου όχι μόνο σαν υπόμνησης της πηγής φωτισμού αλλά και της ίδιας καθεαυτής της μορφολογίας των μεγάλων γοτθικών παραθύρων

Έγινε συστηματική εκμετάλλευση εκ μέρους μου όχι μόνο σαν υπόμνησης της πηγής φωτισμού αλλά και της ίδιας καθεαυτής της μορφολογίας των μεγάλων γοτθικών παραθύρων

Αντίθετα πάντα τα τρισδιάστατα αντικείμενα και η σχέση τους με τον περιβάλλοντα χώρο είναι μια ενδιαφέρουσα υπόθεση του φωτογράφου, τον αφορά άμεσα σαν δημιουργό και εκεί μπορεί να κάνει πράγματι πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Εδώ αυτά που ουσιαστικά χρειάζεσαι είναι το ανοιχτό πνεύμα του εργοδότη σου, δηλαδή το αν σ’αφήσει να δουλέψεις δημιουργικά πολλές φορές σε βάρος μιας άψογης τεχνικής-αρκεί η εικόνες να είναι πρωτότυπες και να προσφέρουν μια νέα ανάγνωση του χώρου. Από την άλλη χρειάζεσαι την ανοχή της διεύθυνσης του μουσείου για το πώς-ακόμη και πόση ώρα!-θα κινηθείς μέσα στα πλαίσια του απαραίτητου σεβασμού τού χώρου αλλά και των ίδιων των εκθεμάτων φυσικά: δεν μπορείς δηλαδή να ζητάς να σού μετακινήσουν το έργο τέχνης, δεν μπορείς να στηριχθείς πάνω σε άλλο έργο τέχνης για να έχεις καλή και ενδιαφέρουσα γωνία σ’αυτό που τώρα εστιάζεις, δεν μπορείς τέλος με την παρουσία σου να ενοχλείς τους επισκέπτες και να εμποδίζεις την πρόσβαση τους στο χώρο και στα ίδια τα έργα τέχνης.

Μια άλλη γωνία από τμήμα του πελώριου, διασκορπισμένου στη μισή αίθουσα!-ταφικού μνημείου του Gaston de Foix. Εδώ έβαλα στο παιχνίδι τον τεχνικό φωτισμό.

Μια άλλη γωνία από τμήμα του πελώριου, διασκορπισμένου στη μισή αίθουσα!-ταφικού μνημείου του Gaston de Foix. Εδώ έβαλα στο παιχνίδι τον τεχνικό φωτισμό.

Η δουλειά που έκανα στο Castello Sforzesco στο Μιλάνο, καμιά εικοσαριά-ίσως 21 ή 22 δεν είμαι πια απολύτως σίγουρος πια,για ένα ιταλικό αρχιτεκτονικό περιοδικό με αφορμή τον πρόσφατο σχεδιασμό σε κάποιες αίθουσες του Μουσείου έλαβε υπόψη της όλες αυτές τις σεβαστές προϋποθέσεις υπόψη και νομίζω ότι παρέδωσα μια αισθαντική δουλειά, που από καθαρή κακοτυχία-και ένα ιδιαίτερα πεισματικό όρο που είχα βάλει στο συμβόλαιο, που έλεγε ρητά: καμιά φωτογραφία δεν δημοσιεύεται αλλοιωμένη και με αυτό επεξηγούσα εννοώντας κυρίως κομμένη διαφορετικά από το πώς την υποβάλλω. Εν πάση περιπτώσει μπορεί να μην τα πήρα τα λεφτά μου-είχα ξοδέψει ένα κάρο λεφτά για φιλμ, εμφανίσεις και εκτυπώσεις-αλλά η εμπειρία ήταν αληθινά μεγάλη για μένα, πολύ ευχάριστη-ήταν συναρπαστική! Ήμουν από πολύ μικρός, από πιτσιρικάς για την ακρίβεια-εξοικειωμένος με το χώρο του μουσείου σαν έννοιας ενός τρόπου βιώματος και εμπειρίας οπτικής και η ίδια η εξοικείωση μου με το Μουσείο του Πύργου του Μιλάνου ήδη πολύ παλιά, πολύ πριν καν αρχίσω να φωτογραφίζω.

Ίσως η πιο ραφινάτη ιδέα μου σ'εκείνη τη φωτογράφιση όταν σε όλη την έκταση του Castello Sforzesco έτρεχε μια προσωρινή έκθεση ενός-πολωνού αν θυμάμαι καλά-γλύπτη του Mitoraij. Το μπούστο των δίδυμων το συνταίριαξα  με τα μεγάλα δίδυμα-αν και δεν είναι σωστός  και δόκιμος ο όρος όπως τον χρησιμοποιώ εδώ-παράθυρα του κτηρίου.

Ίσως η πιο ραφινάτη ιδέα μου σ’εκείνη τη φωτογράφιση όταν σε όλη την έκταση του Castello Sforzesco έτρεχε μια προσωρινή έκθεση ενός-πολωνού αν θυμάμαι καλά-γλύπτη του Mitoraij. Το μπούστο των δίδυμων το συνταίριαξα με τα μεγάλα δίδυμα-αν και δεν είναι σωστός και δόκιμος ο όρος όπως τον χρησιμοποιώ εδώ-παράθυρα του κτηρίου.

Η απόφαση που είχαμε λάβει από κοινού ο αρχισυντάκτης του περιοδικού και εγώ ήταν να σεβαστούμε πρωταρχικά και κύρια του χώρο του Μουσείου σαν μνημειακού χώρου με τις δικές ΦΥΣΙΚΕΣ φωτιστικές συνθήκες. Έτσι το σχετικά χοντρόκοκκο τετρακοσάρι φιλμ ήταν ο κανόνας αν και υπήρξαν ελάχιστες περιπτώσεις όπου χρησιμοποίησα και τρίποδα με φιλμ κατοστάρι και σε δυό τρεις περιπτώσεις ακόμη και το απίθανα λεπτόκοκκο 25 ASA Technical Pan της Kodak! Οι μηχανικά εκτελεσμένες αυτές λήψεις, σκόπευαν στην απόδοση κάποιας οξύτητας στις λεπτομέρειες και σίγουρα ήταν το μέρος εκείνο της φωτογράφισης-αναγκαίο πάντως για τη λειτουργία του όλου κόνσεπτ-που ήταν το λιγότερο δημιουργικό και ενδιαφέρον.

Η πρόσοψη του στιβαρού και μνημειώδους αυτού οικοδομήματος από το πλάι

Η πρόσοψη του στιβαρού και μνημειώδους αυτού οικοδομήματος από το πλάι

Δυστυχώς από τότε δεν μου ξανάτυχε να κάνω ανάλογου στυλ φωτογράφιση, παρόλο ότι όλοι όσοι είδαν το υλικό -αλλά και φωτογραφίες που είχα πάρει από άλλα μουσεία σαν απλός επισκέπτης-το χαρακτήρισαν με ένα στόμα: αισθαντικό!

Milano (42)

Leave a comment

Filed under Italia Felice, Αρχιτεκτονική Φωτογραφία, Εκδότες και φωτογραφία., Μουσεία

Ο “αποτυχημένος” εκδότης

Μέσα στα προβλεπτά πλαίσια να κάνουμε χρήση μιας λέξης με ένα νόημα που νομίζουμε ότι την καθορίζει οριστικά και αμετάκλητα, χάθηκε η έννοια και η ουσία της λέξης *επιτυχία* στα διάφορα κατά καιρούς εκδοτικά εγχειρήματα . Ναι, είναι εκδοτικά μεγάλο σουξέ το Κλικ ή το Νίτρο-η πορνογραφία στην κάθε εκδοχή της είναι συνταγή επιτυχίας εξάλλου-αλλά τώρα που γη και σποδός καλύπτει τη Βαβυλώνα του life style πού είναι η επιτυχία για να σώσει απ’το μαράζι τις θεούσες του eyeliner?

Μανόλης Σαββίδης, ο κατ'έξοχήν εκδότης.To class ή τόχεις ή δεν τόχεις-το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορείς να τ'αγοράσεις-και όταν έχεις έμφυτη μέσα του τη χάρη του στυλ σαν εγγενή, φυσική αξία, που μεταδίδεται σχεδόν κληρονομικά και καλλιεργείται από μιαν έφεση στο μεγαλειώδες της απλότητας σαν κατ'εξοχήν ομορφιάς, τύφλα νάχουν οι μοδίστρες και οι στυλίστες.

Μανόλης Σαββίδης, ο κατ’έξοχήν εκδότης.To class ή τόχεις ή δεν τόχεις-το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μπορείς να τ’αγοράσεις-και όταν έχεις έμφυτη μέσα του τη χάρη του στυλ σαν εγγενή, φυσική αξία, που μεταδίδεται σχεδόν κληρονομικά και καλλιεργείται από μιαν έφεση στο μεγαλειώδες της απλότητας σαν κατ’εξοχήν ομορφιάς, τύφλα νάχουν οι μοδίστρες και οι στυλίστες.

Το φριχτά καλό μου ένστικτο με έσπρωχνε πάντα εκεί όπου ήξερα ότι θα υπήρχε ένα μίνιμουμ συνεννόησης, ακόμη και αν ήξερα ότι οι οικονομικοί όροι δεν θα ήταν από αυτούς που θα σε έβαζαν σε πειρασμό. Ένα εκδοτικό εγχείρημα δεν είναι τα κεφάλαια που τυχόν διαθέτει ο εκδότης-αμαν πια μ’αυτή την υπερτίμηση!-όσο η ευφυΐα του εκδότη, το υψηλό του γούστο, οι καλές του προθέσεις-εύκολο να διακρίνεις τον ιδεαλιστή από το αρπακτικό και τον καιροσκόπο. Ο Σαββίδης-γιατί γι’αυτόν τον εκδότη μιλάμε- ήταν και είναι, παρότι πρέπει να θεωρείται ότι έχει πια αποσυρθεί από το σπορ των εκδόσεων, ασυγχώρητα ακριβό σε εποχές μνημονίων, ο Μανόλης Σαββίδης ήταν το είδος εκδότη που είχε την αρετή να ενθουσιάζεται με αυτό που βάσιμα και θεμελιωμένα θεωρούσε καλό. Αλλά ο ενθουσιασμός του ήταν νηφάλιος, είχε γκέμια και ασκούνταν με περίσκεψη, έτσι που να κρατηθούν οι ισορροπίες στο εκδοτικό τερραίν.

Το εξώφυλλο με μια σπάνια, μετεφηβική φωτογραφία της Λιάνας Κανέλλη, είχε δημιουργήσει αίσθηση και λειτούργησε κάπως σαν εκδοτικό happening!

Ο Σαββίδης δεν είναι από τους εκδότες τους νεόπλουτους και τους επιδεικτικούς. Είπαμε ο άνθρωπος έχει κλάση, αρετή που είναι έμφυτη και ασκημένη με την αυστηρότητα δημόσιας, ανοικτής, πρωινής τελετουργίας. Ποτέ δεν θα προσέφευγε σε εκδοτικές αρπαχτές με τη μπιρμπιλωτή ρόγα της Αντζελίνα Τζολί ή της Μόνικα Μπελούτσι(ξέρετε πόσο εύκολο είναι αυτό; Και ακόμη ξέρετε πόσες χιλιάδες αντίτυπα προστίθενται στα πουλημένα με αυτό τον απλό τρόπο;). Αντίθετα ο εκδότης μας βασίστηκε σχεδόν κατά 100% στην  ελληνική πρωτογενή δημιουργική πρώτη ύλη, από τον σχεδιαστή και επιμελητή του εντύπου Δημήτρη Παπαϊωάννου, μέχρι και τους τελευταίους συντάκτες ή φωτογράφους. Δύσκολη επιλογή σε καιρούς που ο Κωστόπουλος και ο Τσαγκαρουσιάνους έκαναν στράκες με τα κακόγουστα ημιπορνογραφικά τους έντυπα-πόσο θα λαχταρούσαν βαθιά στην ψυχή τους να ήταν και απροκάλυπτα πορνογραφικά!-και τις ξεπατικωσούρες από τα ξένα ομοειδή έντυπα της σειράς, που μάλιστα τα θεοποιούσαν και τα εκθείαζαν για να εισπράττουν εξ αντανακλάσεως και αυτοί τον έπαινο!Αν χρειάζονταν να ευλογήσουν κυριολεκτικά τα γένια τους, δεν θα ξυρίζονταν καν!

Από την πλευρά μου αγάπησα αυτό το σπουδαίο έντυπο-το πρώτο που υπαινίχθηκε ανοιχτά και δημόσια την ύπαρξη ενός άλλου, πιο πλατειού κόσμου σε όσους από μας είμασταν ψηφιακά αναλφάβητοι ακόμη. Ο “ΙΣΤΟΣ” είχε ένα σχετικά σύντομο βίο αλλά στους περιοδικατζήδες άφησε μνημειώδεις εντυπώσεις. Όσοι το αγαπήσαμε πρώτα και πάνω απόλα το κάναμε για το χιούμορ του εκδότη που διαπερνούσε κάθε σελίδα αυτού του εντύπου-ακόμη και στα πιο στιβαρά κείμενα η παρένθεση μιας σαρκαστικής γελοιογραφίας ανέτρεπε δημιουργικά τον ενδεχόμενο κίνδυνο της βαρυθυμιάς. Φυσικά για όσους από μας είμασταν φωτογραφοι-ειδικά οι φανατισμένοι με το ασπρόμαυρο-τα αφιερώματα σε νέους κυρίως φωτογραφους ήταν και κίνητρο αλλά και κάποιου είδους δικαίωση.

Ναι, ήμουν κι εγώ εκεί! Αν και θυμάμαι το θέμα των φωτογραφιών μου:”πιτσιρικαρία”, δεν μπορώ ακριβώς να θυμηθώ τις φωτογραφίες. Νομίζω ότι αυτή από την οδό Οικονόμου στα Εξάρχεια είναι μέσα στο κλίμα εκείνων των εικόνων. Κάθε μήνα γίνονταν εκτεταμένη παρουσίαση ενός ξεχωριστού νέου φωτογράφου. Για όποιον είχε φιλοδοξίες αυτό ήταν ένα πολύ καλό βήμα.

Μετά από δυό χρόνια περίπου το περιοδικό έκλεισε. Θυμάμαι τον πρόστυχο Τσαγκαρουσιάνο να επιχαίρει γι’αυτό-ναι, είναι ο Τσαγκαρουσιάνος εκείνος που εκείνη την περίοδο ήταν ο προνομιακός συνομιλητής της Δήμητρας Λιάνη Παπανδρέου και τής δημοσίευε αφενός σκανδαλιάρικα πουλησιάρικες συνεντεύξεις και από την άλλη διεκπεραίωνε αιτήματα της κατά των τότε πολιτικών της αντιπάλων. Παραλλάσσοντας το αυτάρεσκο, αλλαζονικό και απατηλό μόττο του μεγάλου λυρικού της πιο κίτρινης απ’ό όλες τις δημοσιογραφίες-ο αυτοκτάτορας του outing!’Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ του ΑΛΗΘΙΝΑ ΚΑΚΟΥ. Τότε Τσαγκαρουσιάνος και Κωστόπουλος με την παραπορνογραφία τους λέγαν ότι νίκησαν:η πιάτσα τους και τα καλντερίμια τους γέμιζαν αλήθεια κόσμο, σήμερα όμως οι Ούνοι αυτοί της δημοσιογραφίας και των εκδόσεων, μετρούν τα αποκαΐδια των πρόστυχων οραμάτων τους, απλωμένοι σαν ξεροπλυμμένα κοφίσια στις στυλάτες παραλίες που τους ανάδειξαν σαν βασιλιάδες κι αυτούς στης Μυκόνου, δίπλα στο Γαλάτη και τον πελαργό της Μυκόνου.

Ο σοβαρός εκδότης δεν έχει κανένα λόγο να ντρέπεται για την οικονομική αποτυχία της πνευματικής επιτυχίας του εκδοτικού του εγχειρήματος. Ο “ΙΣΤΟΣ¨ υπήρξε πράγματι μια προσπάθεια για υψηλής ποιότητας περιοδικό τύπο και όσοι θέλουν να εντρυφήσουν σε μια τέτοια προσπάθεια με την ελπίδα να το αποτολμήσουν και αυτοί-ίσως με ψηφιακή μορφή πια, το εκδοτικό πείραμα του Μανόλη Σαββίδη είναι ένας καλός και ασφαλής οδηγός.

Υ.Γ. Ο Μανόλης Σαββίδης είναι ο υπεύθυνος της αληθινά σπουδαίας έκδοσης ενός φωτογραφικού λευκώματος  με θέμα φωτογραφίες του μεσοπολέμου με τον τίτλο “ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ”, το κατά την ταπεινή μου γνώμη αρτιότερο φωτογραφικό λεύκωμα που έχει εκδοθεί ποτέ στην Ελλάδα. Του αξίζει μια ξεχωριστή ανάρτηση-απλά η αφορμή για μνεία δεν πρέπει να πάει χαμένη.

Leave a comment

Filed under Εκδότες και φωτογραφία.