Η κυρία Λιουντμίλα

Palaia-Vouli-Neratzia-WB-DS

Αν έχεις ζήσει τη φτώχεια ξέρεις να εκτιμάς την αξία του ψίχουλου. Μού τόμαθε πρώτα η γιαγιά μου-νηφάλια φύση κατ’εξοχήν, που μόνο σε μια περίπτωση έχανε τον έλεγχο του θυμικού της: όταν έβλεπε πεταμένη τροφή και ειδικά ψωμί. Αυτό την έφερνε εκτός εαυτού και την εξαγρίωνε, αφού όμως πρώτα φρόντιζε να το έχει περιμαζέψει για να το φιλέψει αργότερα, βελτιωμένο, με το λαδάκι του, με το κάτι τις του επιπλέον τέλος πάντων,  σε πετούμενα ή σε περπατούμενα. Μού το θύμισε αργότερα,  με πολύ αστείο τρόπο όμως,  μια φοβερή και τρομερή Ρωσίδα που την είχε σαν οικιακή βοηθό και αργότερα, αλίμονο, για πολύ περισσότερα, η για πολλά χρόνια κατάκοιτη μάνα μου. Η κυρία Λιουντμίλα, που μας ήρθε από την, αυτοκρατορική κάποτε, Αγία Πετρούπολη! Άνθρωπος φτιαγμένος από μέλι, από ζάχαρη, από μπορς και από βότκα-λίγη αλλά σταθερή παράμετρος της σπουδαίας, πηγαία και χαμογελαστά πληθωρικής προσωπικότητας της.

Μια Κυριακή βράδυ, στην αρχή της συνεργασίας μας, που κράτησε έξι συναπτά χρόνια-(η φιλία συνεχίστηκε και συνεχίζεται κι ας είναι πια στη Ρωσία, κοντά στα εγγόνια της και τις κόρες της)-μια Κυριακή βράδυ λοιπόν, που βρισκόμουν κι εγώ στο σπίτι της μάνας μου, περιμένοντας την να γυρίσει απ’το ρεπό της, την βλέπω να μπαίνει στο σπίτι φουριόζα, μού πετάει ένα αγχωμένο

-“κύριος Νίκος,  δυό λεπτά κι έρχομαι”,παίρνει κάποιες άδειες πλαστικές σακούλες του σούπερ μάρκετ και ξαναφεύγει. Μετά από λίγα λεπτά επιστρέφει κατάφορτη με τέσσερις τσάντες πορτοκάλια-πορτοκάλια μού φάνηκαν τότε.

-“Μα.  Λιουντμίλα μου, μόλις χτες ψώνισα από τη λαϊκή πάνω από δέκα κιλά, πού θα τα βάλουμε τόσα πορτοκάλια και ποιος θα τα φάει; δυό ανθρώποι είστε” τη ρωτάω εμβρόντητος-η ποσότητα ήταν πραγματικά τεράστια, στέναζαν οι σακκούλες απ’το βάρος.

-“Θα τα δώσω σε φίλες μου, που τα αφεντικά τους δεν τις καλοταϊζουν”, μού απάντησε με αλτρουϊστικό ενθουσιασμό.

Μ’αυτά και με τούτα και στην απορία μου, πώς κατάφερε να βρει, τέτοια ώρα, τόσα πολλά πορτοκάλια, μου απάντησε:

-“Μα, κύριος Νίκος, είναι γεμάτος ο δρόμος από αυτά!” Η μάνα μου, μισοκατουρημένη στα γέλια-το εγκεφαλικό την είχε καθηλώσει στο κρεβάτι αλλά το μυαλό της δούλευε ρολόι-της λέει,

-“‘Ελα, βιάσου λοιπόν, πλύνε ένα να το δοκιμάσουμε τώρα και, αν είναι καλύτερο,  να κρατήσουμε εμείς αυτά και να δώσουμε στις φίλες σου τα δικά μας”. Αμ’ έπος αμ’ έργον.

Η εικόνα της Λιουντμίλας να δοκιμάζει το στιφόξινο νεράτζι θα μού μείνει αλησμόνητη!

Η κυρία Λιουντμίλα-δεξιά, σαν τροφαντή οδαλίσκη του Ingres-με μια φίλη της.

Η κυρία Λιουντμίλα-δεξιά, σαν τροφαντή οδαλίσκη του Ingres-με μια φίλη της.

Μας εξήγησε τότε ότι, δεν το άντεχε η ψυχή της να βλέπει τόσα φρούτα πεσμένα στο έδαφος. Τής σπάραζε τη καρδιά αυτή η εικόνα. Αλλά και από την άλλη, έβλεπε το κόσμο-πολλές φορές καταφορτωμένο με σακκούλες με πορτοκάλια- και αγανακτούσε για την αδιαφορία και τη περιφρόνηση απέναντι σ’αυτό που φυόταν μόλις έξω απ’τη πόρτα τους. Φοβόταν όμως τη μέρα να τα περιμαζέψει-τα θεωρούσε τόσο πολύτιμα ώστε τυχόν περισυλλογή τους τής φάνταζε κλοπή!-και γι’ αυτό επέλεξε ένα βράδυ Κυριακής για να το κάνει. Όλη αυτή η αστεία ιστορία με έκανε να εκτιμήσω για άλλη μια φορά τα δώρα της γης και τους ανθρώπους που τρέφουν σεβασμό στη γενναιοδωρία της. Στάθηκε όμως και ωραία αφορμή για τη γλυκατζού Λιουντμίλα μας, να μάθει να φτιάχνει υπέροχες μαρμελάδες νεράτζι, που τις τσάκιζε πρώτη και καλύτερη!

Advertisements

Leave a comment

Filed under Αστικές Νεκρές Φύσεις

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s